Μια ιστορία που όλοι οι λάτρεις των Ι.Ο. πρέπει να διαβάσουν... 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 - "Οι φωτογραφίες"...

- Πού τις βρήκες αυτές τις φωτογραφίες παππού;…

- Αγόρι μου, τα παλιά αυτοκίνητα είναι η αδυναμία μου.

Το ξέρεις, δεν το ξέρεις;

- Νόμιζα ότι εγώ ήμουνα η αδυναμία σου.

- Εσύ είσαι το εγγόνι μου, δυο φορές παιδί μου. Τα

αυτοκίνητα είναι κάτι διαφορετικό, όπως τα παιχνίδια

για εσένα.

- Για πες μου, αυτό εδώ με τα μεγάλα φτερά πίσω σαν του γλάρου, τι είναι;

- Αυτό, είναι ένα παλιό αμερικάνικο, μια Chevrolet. Το λένε Impala.

- Το έχεις δει ποτέ στην πραγματικότητα παππού;

- Όταν ήμουν παιδί κυκλοφορούσαν μερικά στην Αθήνα. Θυμάμαι που τα χάζευα από το μπαλκόνι μου στη

 

πιάτσα ταξί που ήταν λίγο παρακάτω.

- Πότε ήταν αυτό;

- Το 1959, τότε ήρθε στην Ελλάδα. Πάνε εξήντα ένα χρόνια από τότε.

- Δεν ήξερα ότι είσαι τόσο μεγάλος παππού! Γιατί έχει ανοιγμένα τα φτερά του; Μοιάζει να θέλει να πετάξει.

- Είδες; Καλά το λες! Έτοιμο είναι να πετάξει.

- Όμως δεν πέταξε ποτέ. Έτσι δεν είναι;

- Δεν πέταξε. Είχε τη φιλοδοξία να το κάνει, δεν γινόταν όμως.

- Τι θα πει φιλοδοξία;

- Να, όταν θέλεις να κάνεις κάτι μεγάλο, κάτι σπουδαίο, που οι άλλοι γύρω σου δεν το τολμούν.

- Σαν τι δηλαδή;

- Θα σου πω μια ιστορία και θα καταλάβεις. Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς που είχε το μικρό βασίλειό του σε μια

τεράστια πεδιάδα. Στην πραγματικότητα δεν ήταν

ακριβώς βασιλιάς. Δεν έκανε ό, τι ήθελε, γιατί πέρα από την πεδιάδα, πιο μακριά κι από εκεί που έφτανε το μάτι

ανθρώπου, η πεδιάδα και οι λίμνες και η θάλασσα και τα βουνά είχαν ενωθεί σε ένα μεγάλο βασίλειο που το

κυβερνούσε κάποιος άλλος. Αυτός ο άλλος είχε αφήσει τον βασιλιά της ιστορίας μας να διαφεντεύει την περιοχή

του και δεν ασχολιόταν. Είχε άλλα να κάνει και δεν έδινε σημασία.

- Λοιπόν; Μου είπες ότι θα μάθαινα τι είναι η φιλοδοξία.

-Μη βιάζεσαι. Η φιλοδοξία θέλει υπομονή. Διαφορετικά, μπορεί να σε καταστρέψει. Λοιπόν, ο βασιλιάς μας ήξερε

ότι ο άλλος, ο μεγάλος βασιλιάς, θα μπορούσε να του δημιουργήσει προβλήματα αν οι σύμβουλοί του έβαζαν

λόγια.

- Τι θα πει "έβαζαν λόγια";

- Το λέμε όταν κάποιος λέει πράγματα για να δημιουργήσει εντυπώσεις εις βάρος κάποιου άλλου επειδή πιστεύει

ότι έτσι θα βγει κερδισμένος.

- Καλά. Λοιπόν;

- Ο δικός μας ο βασιλιάς, λοιπόν, που δεν ήταν χαζός, ήταν ευγενικός μαζί τους. Συναντιόντουσαν καμιά φορά,

τους καλόπιανε, όμως αυτό δεν αρκούσε. Ο μεγάλος βασιλιάς, που είχε ανέβει στον θρόνο πριν λίγα χρόνια δεν

ήταν όπως οι προηγούμενοι. Είχε ιδέες περίεργες. Τον ενοχλούσε η σκέψη ότι οι άνθρωποι στο μικρό βασίλειο

της μεγάλης χώρας περνούσαν καλύτερα από άλλους. Ήθελε να είναι όλοι οι υπήκοοί του ίδιοι και πίστευε ότι

έπρεπε να περιορίσει εκείνους που περνούσαν καλά για να μην γκρινιάζουν οι υπόλοιποι. Του ριζώθηκε στο

μυαλό ότι όσοι περνούσαν καλά έπρεπε να τιμωρηθούν. Το μικρό βασίλειο βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα.

Και αυτό και τα άλλα δύο.

- Γιατί, δεν ήταν μόνο του στην πεδιάδα το δικό μας;

- Υπήρχαν σε μικρή απόσταση, τόσο μικρή που διακρινόντουσαν στο βάθος, άλλα δύο φέουδα.

- Τι είναι τα φέουδα, παππού;

- Κάτι σαν μικρά βασίλεια.

- Μικρότερα από το δικό μας;

- Μικρότερα. Είχαν κι αυτά τους δικούς τους άρχοντες που, για να μαζέψουν χρήματα, κάνανε δουλειές που

δεν ήταν πάντα οι σωστές.

- Δηλαδή;

- Να, άφηναν τους υπηκόους τους να παρανομούν κι έκαναν πως δεν καταλαβαίνουν. Δεν τους έλεγχαν.

Όμως τα νέα έφταναν στους συμβούλους του μεγάλου

βασιλιά. Αυτοί στην αρχή δεν έδιναν σημασία, όμως το σαράκι δούλευε.

- Τι είναι το σαράκι;

- Ένα μαμούνι που προκαλεί τη φθορά, το κακό. Δεν το παίρνεις χαμπάρι παρά μόνο όταν είναι πολύ αργά πια.

- Και λοιπόν;

- Λοιπόν, οι σύμβουλοι του μεγάλου βασιλιά δεν συμπαθούσαν κανέναν από τους κατοίκους της ιστορίας μας.

Τους θεωρούσαν όλους προνομιούχους κι ας μην ήταν. Και τα τρία μικρά βασίλεια...

- Τα δύο φέουδα και το δικό μας;

- Ναι, τα δύο και το δικό μας. Και τα τρία τους καθόντουσαν στον λαιμό.

- Και τι έγινε;

- Ο δικός μας βασιλιάς λοιπόν, σκέφτηκε ότι, μετά από τόσα χρόνια που κυβερνούσε...

-Πόσα χρόνια;

-Έντεκα νομίζω. Ήθελε λοιπόν να βάλει τα πράγματα σε τάξη. Να φέρει τα δύο φέουδα στο δικό του βασίλειο

που ήταν το πιο μεγάλο και το πιο καλά οργανωμένο.

Είχε τις ωραιότερες άμαξες, έκανε φανταστικές γιορτές, μοναδικούς αγώνες, τηρούσε τους νόμους του μεγάλου

βασιλιά, ήταν ξακουστό παντού.

- Ήταν κακό αυτό παππού; Εσύ λες ότι το δικό του βασίλειο ήταν το πιο σπουδαίο. Δεν θα ήταν καλό για τους

άλλους να πάνε μαζί του και να γίνουν όλοι ένα;

- Δεν το έβλεπαν έτσι οι άλλοι άρχοντες. Μπορεί να ζήλευαν, μπορεί να βολευόντουσαν με τις ζαβολιές που

έκαναν, το σίγουρο είναι ότι ήθελαν να μείνουν μόνοι τους. Ήθελαν να διατηρήσουν τα προνόμιά τους και θα

πολεμούσαν για να το καταφέρουν.

- Θα πολεμούσαν με πόλεμο πραγματικό;

-Θα πολεμούσαν όπως μπορούσαν. Θα έβρισκαν τους συμβούλους του μεγάλου βασιλιά και θα τους αράδιαζαν

τις δικές τους ιστορίες. Όπως κι έγινε στο τέλος.

- Τι θες να πεις; Θα του έλεγαν ψέματα;

- Όταν πιστεύεις ότι μπορείς να πεις κάτι που ο άλλος δεν θα μάθει αν είναι αλήθεια ή ψέματα, μπαίνεις στον

πειρασμό να το κάνεις.

- Καλά. Κι όλα αυτά τι σχέση έχουν με τη φιλοδοξία; Από εκεί δεν ξεκινήσαμε;

- Χαίρομαι που το θυμάσαι, αγοράκι μου. Εγώ κόντευα να το ξεχάσω. Ναι, από εκεί ξεκινήσαμε.

- Εγώ όμως δεν ξεχνώ, έτσι δεν είναι παππού;

- Όχι βέβαια, εσύ δεν ξεχνάς. Έχεις πιο καθαρό μυαλό εσύ.

- Και θυμάμαι ακόμη ότι ο δικός μας βασιλιάς ό, τι έκανε το έκανε για καλό, έτσι δεν είπες;

- Ναι, ήθελε να κάνει κάτι για το οποίο να πουν ότι είναι σπουδαίος.

- Είχε το δίκιο με το μέρος του, σωστά;

- Σωστά.

- Και ύστερα;

- Ύστερα έγιναν πολλά. Δεν φτάνει να έχεις το δίκιο με το μέρος σου, είναι κι άλλα πράγματα που μετράνε.

Είναι αργά όμως τώρα. Άντε, πέσε για ύπνο και το συνεχίζουμε την επόμενη φορά.

- Μου το υπόσχεσαι;

- Και βέβαια σου το υπόσχομαι. Όσο περνάει από το χέρι μου δηλαδή.

- Τι θες να πεις παππού; Μπορεί να μην περνάει από το χέρι σου;

- Έλα, καληνύχτα.

- Θα ονειρευτώ την Impala να πετάει!

- Ναι αγόρι μου. Εσύ μπορείς να το κάνεις.

 Διομήδης (Συνεχίζεται…)

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 - "Οι άρχοντες των φέουδων"... 

- Έλα, κάτσε. Πού είχαμε μείνει;

- Μμμ... Στους άλλους άρχοντες, των...

- Των φέουδων.

- Ναι, που πήγαν και βρήκαν τους συμβούλους του μεγάλου βασιλιά.

- Μπράβο. Που λες, βρήκαν τον σύμβουλο που ασχολιόταν με τους κατοίκους της μεγάλης πεδιάδας. Τον

έπιασαν και του είπαν να μην ακούει τον δικό μας βασιλιά γιατί ήθελε να τους υποτάξει. Του έκρυψαν όμως ότι τα

δικά τους τα φέουδα έκαναν παραβάσεις.

- Τί παραβάσεις;

- Θα σου πω. Υπήρχε από πολύ παλιά ένας νόμος που έλεγε ότι οι άμαξες έπρεπε να περάσουν από

έλεγχο πριν κυκλοφορήσουν. Αυτό οι άλλοι δεν το τηρούσαν.

Μερικές ήταν σαραβαλιασμένες. Άλλες είχαν ξεφυτρώσει από το πουθενά και κανείς δεν ήξερε πώς βρέθηκαν στα

χέρια εκείνων που τις είχαν. Ύστερα, τις

κυκλοφορούσαν χωρίς να νοιάζονται εάν επιτρεπόταν ή όχι.

- Και τι έκανε ο σύμβουλος παππού; Και πώς τον έλεγαν;

- Σούζης ήταν το όνομά του και ήθελε τους άλλους σούζα μπροστά του. Όνομα και πράγμα!

- Και τι έκανε;

- Τους άκουσε και ύστερα ξεσπάθωσε.

- Δηλαδή; Έβγαλε το σπαθί του;

- Όχι. Έστειλε τον τελάλη σε όλους...

- Και στον δικό μας;

- Ναι, σε όλους. Και τους ζήτησε να σταματήσουν να τριγυρνάνε με τις άμαξες γιατί αλλιώς θα τους έβαζε

υπέρογκους φόρους. Δεν σήκωνε κουβέντα. Το χάρηκε

που τους τιμωρούσε επειδή έτσι όσοι δεν είχαν χρήματα για καρότσες και για γιορτές θα του έλεγαν μπράβο.

- Και τι έγινε ύστερα; Πήγαν όλοι μαζί στον μεγάλο βασιλιά να βρούνε το δίκιο τους;

- Καλά τα λες, αγόρι μου, όμως δεν έγινε έτσι δυστυχώς. Άσε που και ο μεγάλος βασιλιάς τους αντιπαθούσε. Αντί

να ενωθούν σαν μια γροθιά και να

διαμαρτυρηθούν όλοι μαζί, τα φόρτωσαν στον βασιλιά της ιστορίας μας και άρχισαν να τον πυροβολούν.

- Με όπλα;

- Με λόγια. Τα λόγια καμιά φορά είναι χειρότερα από τα όπλα.

- Δηλαδή;

- Τον κατηγόρησαν ότι αυτός έφταιγε που ο Σούζης τους μάντρωσε. Ότι αν δεν είχε κάνει τίποτε, θα

κυκλοφορούσαν ανέμελα.

- Εσύ το πιστεύεις αυτό παππού;

- Εγώ πιστεύω ότι ο Σούζης και η παρέα του αφορμή ζητούσαν για να στερήσουν την ελευθερία σε όλους τους

κατοίκους της εύφορης πεδιάδας. Αντιπαθούσανόποιον περνούσε καλά. Και πιστεύω ότι αν τα δύο φέουδα

τηρούσαν τους νόμους, τα πράγματα θα έμεναν όπως ήταν. Άντε, τώρα, πήγαινε για ύπνο.

- Δεν νυστάζω. Είμαι περίεργος να ακούσω τι έγινε ύστερα.

- Πάρα πολλά έγιναν. Έχω πολλά να σου πω ακόμα.

- Θα μου τα λες κάθε βράδυ;

- Όχι κάθε βράδυ, όμως δεν σε ξεχνάω. Η ιστορία μας αυτή είναι μεγάλη. Θα μας κρατήσει παρέα μέχρι τα

Χριστούγεννα.

- Σήμερα δεν θα ονειρευτώ την Impala. Θα ονειρευτώ μια παλιά άμαξα.

Διομήδης (Συνεχίζεται…)